Βεατρίκη's profileΠεριδιαβαίνονταςPhotosBlogListsMore Tools Help
    November 08

    Ο αναζητητής της Γνώσης

     

    Η ΚΑΛΥΜΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗΝ ΣΑΪΔΑ

      

    blu

    Ένας νεαρός, που η φλογερή της γνώσης δίψα
    τον έσπρωξε στην Σάιδα της Αιγύπτου, των ιερέων
    να εκμάθει την απόκρυφη σοφία, είχε εν τάχει
    διέλθει ήδη κάποιο στάδιο μ' έναν νου εύστροφο∙
    Μα όλο και πιο μακριά τον τράβαγε ο πόθος του της έρευνας
    κι όλο και πιο δύσκολα κατεύναζε ο Ιεροφάντης
    τον ανυπόμονο φιλόδοξο.

    «Τί έχω άραγε, τα πάντα εάν δεν έχω;» έλεγε ο νέος.
    «Μήπως υπάρχει εδώ ένα πιο λίγο κι ένα πιότερο;
    Είν' η Αλήθεια σου, όπως και η ευτυχία για τις αισθήσεις,
    Μονάχα ένα άθροισμα, που μεγαλύτερο, μικρότερο
    Μπορείς να το κατέχεις και ωστόσο το κατέχεις;
    Δεν είναι μία και μοναδική αυτή, αχώριστη;
    Βγάλε έναν ήχο από μία αρμονία,
    Βγάλε ένα χρώμα απ' το ουράνιο τόξο,
    Κι όλα όσα θα σου μένουν ένα τίποτα είναι, αφού
    Το ωραίο όλον λειψό θα 'ναι σε ήχους και χρώματα».
    Μιλώντας έτσι κάποτε, στεκόντουσαν
    ακίνητοι σε μιαν απόμερη ροτόντα,
    όπου μια καλυμμένη εικόνα, γιγαντιαίου μεγέθους,
    το βλέμμα του νεανία τράβηξε. Απορημένος
    τον οδηγό του κοίταξε και είπε
    :
    «Τί είναι αυτό
    Που κρύβεται πίσω από τούτο το πέπλο;»
    «
    Η Αλήθεια»,
    ήταν η απάντηση. «Πώς!» κράζει εκείνος,
    «Για την Αλήθεια εγώ πασχίζω μόνος και αυτή
    είν' ακριβώς κάτι που κρύβουν από μένα;»

    «Αποκαλύπτεται απ' την ίδια τη θεότητα» αποκρίθηκε
    ο Ιεροφάντης
    . «Κανείς θνητός, λέει αυτή
    ,
    δεν το κουνά το πέπλο αυτό, ώσπου η ίδια εγώ να το σηκώσω.
    Και όποιος με ανεξάγνιστο, ένοχο χέρι,
    Το άγιο, το απαγορευμένο αυτό πρωτύτερα σηκώσει.
    Εκείνος,
    λέει η θεότης» - «Λοιπόν;»

    - «Εκείνος την Αλήθεια θα την δει.»
    Ένας παράξενος χρησμός!
    Ούτε κι εσύ ο ίδιος
    Το πέπλο αυτό δεν το έχεις σηκώσει;
    «Εγώ; Φυσικά και όχι! Και ούτε ποτέ μου το προσπάθησα.»

    “Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Όταν απ' την Αλήθεια
    Μόνο ετούτο το λεπτό το πέπλο με χωρίζει - »
    «Και ένας νόμος»,
    τον διακόπτει ο οδηγός του.
    «Βαρύτερο, γιε μου, από όσο εσύ νομίζεις
    Είναι ετούτο το λεπτό υφαντό- για το δικό σου χέρι
    Ναι μεν είν' ελαφρό, όμως ασήκωτο για τη συνείδησή σου.»
    Ο νεαρός πήγε στο σπίτι του γεμάτος σκέψεις∙
    Της γνώσεως ο διακαής πόθος του κλέβει
    τον ύπνο του, στριφογυρνά όλο θέρμη στο κρεβάτι,
    και γύρω στα μεσάνυχτα σηκώνεται. Στον ναό
    τον οδηγεί αθέλητα το δειλιασμένο βήμα.
    Εύκολο ήταν γι' αυτόν στον τοίχο του να σκαρφαλώσει,
    και στης ροτόντας το εσωτερικό καταμεσίς
    φέρνει ένα πήδημα πιο θαρραλέο τον τολμητία.

    blu 
    Στέκεται τώρα εδώ, κι ολόφριχτη τον περιβάλλει
    κεί ολομόναχον μια σιωπή δίχως ίχνη ζωής,
    που η υπόκωφη μονάχα των βημάτων του ηχώ
    μέσα στις μυστικές, θολωτές κρύπτες διακόπτει.
    Από ψηλά μέσω του ανοίγματος του θόλου ρίχνει
    η Σελήνη την ωχρή, αργυρογάλαζή της λάμψη,
    και φοβερή, όπως ένας παριστάμενος θεός,
    λάμπει, ανάμεσα στου θόλου τα σκοτάδια,
    μες στο μακρύ της πέπλο, η μορφή.
    Προχωρά κατά πάνω της αυτός με βήμα αβέβαιο•
    Μόλις το χέρι το ασεβές την ιερή πάει ν' αγγίξει εικόνα,
    τότε τινάζεται καυτά ριγώντας σ' όλο το κορμί του
    και τον πετά αυτόν μακριά ένα αθώρητο χέρι.


    «Ω δυστυχή, τί πας να κάνεις;» του φωνάζει έτσι
    βαθιά εντός του μία συγκρατητική φωνή.
    «Να δοκιμάσεις το πανίερον εσύ σκοπεύεις;
    Κανείς θνητός, είπε το στόμα εκείνο που 'δωσε χρησμό,
    Το πέπλο αυτό δεν το κουνά, ώσπου η ίδια εγώ να το σηκώσω
    .
    Όμως δεν πρόσθεσε το ίδιο στόμα και αυτό:
    Όποιος το πέπλο αυτό σηκώσει, την Αλήθεια μέλλει να την δει;
    Ας είναι πίσω του ό,τι θέλει! Εγώ θα το σηκώσω.
    (Με δυνατή κράζει φωνή) Θέλω να την δω!»
    «Να την δω!»
    Του αντηχεί μετά μακρά, χλευαστική η ηχώ.

    blu
    Αυτά λέει και τραβά το πέπλο.
    «Λοιπόν,» θα με ρωτήσετε,
    «και τί του εμφανίστηκε εδώ;»
    Δεν το γνωρίζω. Αναίσθητον κι ωχρό
    τον βρήκανε οι ιερείς την άλλη μέρα
    κάτω στης Ίσιδος το βάθρο ξαπλωμένον.
    Τί εκεί πέρα είδε κι έμαθε
    ποτέ η γλώσσα του δεν το αποκάλυψε. Για πάντα
    η ιλαρότητα απ' την ζωή του εχάθη•
    Τον τράβηξε θλίψη βαθιά σε πρώιμο τάφο.
    «Αλί σ' αυτόν»
    τα προειδοποιητικά του ήταν λόγια,
    όταν τον πίεζε κανείς πάνω σ' αυτό με ερωτήσεις,
    «Αλί σ' αυτόν, που στην Αλήθεια φτάνει μ' ενοχή•

    γιρλάντα 1

    Ευχάριστη ποτέ δεν θα του είναι εκείνη.»

    blu

    Είναι ένα ποίημα του Schiller Friedrich Johann von από την ποιητική του συλλογή “ Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα”

    Μετάφραση: Κυριάκου Γ. Σέμελη, Αθήνα 2005

    Οι τονισμοί των διαλόγων- δικοί μου

    blu

    October 25

    Σαν φυσάει ο άνεμος

       

     …παρασέρνει πολλά στην διάβα του κι οχι μόνο φύλλα νεκρά μα και χάδια που κρατάν’ ακόμη κάτι από την ζέστα του χεριού που τ’αφησε στον άνεμο..

    Το χαμένο χάδι






















     Φυσάει κι απόψε ένας άνεμος..

    Γλιστράει μέσα απ' τα δάκτυλα το αναίτιο χάδι,
    μου φεύγει από τα χέρια. Στον άνεμο όταν κυλάει,
    το χάδι μου πλανιέται δίχως σκοπό ούτε μέλλον,
    το χαμένο χάδι ποιος θα το βρει να το πάρει;

    Θα μπορούσα ν' αγαπήσω απόψε με μια άπειρη λύπη
    θα μπορούσα ν' αγαπήσω τον πρώτο τυχόντα.
    Κανένας δεν έρχεται. Μοναξιά στ' ανθισμένα δρομάκια.
    Το χαμένο χάδι θα κυλάει... θα κυλάει...

    Αν απόψε στον άνεμο σε καλούν ταξιδιώτη,
    αν ριγήσει τα κλώνια ένας γλυκός στεναγμός,
    αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα χέρι μικρό
    που σε κρατάει και σε αφήνει, σε βρίσκει και φεύγει.

    Αν δε βλέπεις το στόμα που φιλάει, ούτε εκείνο το χέρι,
    αν το κάλεσμα δεν είναι παρά μια αυταπάτη
    του αγέρα, ω, ταξιδιώτη που έχεις μάτια γαλάζια,
    διαλυμένη στον άνεμο, θα με αναγνωρίσεις;

     

    Είναι ένα ποίημα

    της Alfonsina Storni

      μτφ: Ρήγας Καππάτος

    a

     

      

            Το τραγούδι όπου ακούγεται στο video έχει το τίτλο “Η Αλφονσίνα και η θάλασσα” “ Αlfonsina y el mar “ και είναι ένα αφιέρωμα στην μεγάλη Αργεντινή ποιήτρια Αλφονσίνα Στόρνι (Alfonsina Storni, 1892-1938) που, σαν ήρθε η ώρα που  για κείνη ο χρόνος της εδώ είχε μικρύνει κι ήταν αφόρητος, εκείνη “επέλεξε” να φύγει από την ζωή τούτη περπατώντας μες στην θάλασσα ώσπου να κοιμηθεί για πάντα στην αγκαλιά της.

           Είναι από τα ομορφότερα τραγούδια που έχω ακούσει, τραγουδισμένο από την μεγάλη τραγουδίστρια Mercedes Sosa, οι στίχοι είναι του Félix Luna και η μουσική σύνθεση του Ariel Ramínez

           Το γράμμα που εικονίζεται στο  video της Νebrulla,  είναι εκείνο που έγραψε λίγο πριν κινήσει για το τελευταίο της ταξίδι. Οι στιχοι από τα  ισπανικά και τα αγγλικά του video έχουν στα ελληνικά ως εξής:

    .......

    Βάλε με να κοιμηθώ, Νόνα, ξάπλωσέ με
    φέρε μου ένα φως για το προσκεφάλι
    έναν αστερισμό, όποιον θέλεις
    όλοι κάνουν- μόνο χαμήλωσέ τον λίγο...

    ...ευχαριστώ. Α, έχω και μια παραγγελιά:
    Αν ξαναπάρει εκείνος στο τηλέφωνο
    πες του να μην επιμένει, έχω φύγει.

                   Οι  δε στίχοι ( lyrics) του τραγουδιού  μεταφράζονται ως εξής:

    Αlfonsina y el mar

    Alfonsina and the sea

    Η Αλφοσίνα και η θάλασσα

    Por la blanda arena que lame el mar
    Tu pequeña huella no vuelve más,
    un sendero sólo de pena y silencio llegó
    hasta el agua profunda.
    Un sendero sólo de penas mudas llegó
    hasta la espuma.
    Sabe Dios qué angustia te acompañó,
    qué dolores viejos calló tu voz,
    para recostarte arrullada en el canto de las
    caracolas marinas.
    La canción que canta en el fondo oscuro del mar
    la caracola.
    Te vas Alfonsina, con tu soledad.
    ¿Qué poemas nuevos fuiste a buscar?
    Una voz antigua de viento y de sal
    te requiebra el pecho y te está llamando.
    Y te vas hacia allá, como en sueños,
    dormida, Alfonsina, vestida de mar.
    Cinco sirenitas te llevarán
    por caminos de algas y de coral,
    y fosforescentes caballos marinos harán
    una ronda a tu lado,
    y los habitantes del agua van a jugar
    pronto a tu lado.
    Bájame la lámpara un poco más,
    déjame que duerma, nodriza, en paz,
    y si llama él no le digas que estoy, dile que
    Alfonsina no vuelve.
    Y si llama él no le digas nunca que estoy,
    di que me he ido.
    Te vas Alfonsina, con tu soledad.
    ¿Qué poemas nuevos fuiste a buscar?
    Una voz antigua de viento y de sal
    te requiebra el alma y te está llamando.
    Y te vas hacia allá, como en sueños,
    dormida, Alfonsina, vestida de mar.

     

    Over the soft sand licking the sea
    her small footprint never comes again
    and a single path of grief and silence
    reached the deep water,
    a single path of mute griefs reached the foam.
    God knows what anguish filled you,
    what ancient sorrows deadened your voice,
    to lay you down lulled by the singing of the sea shells,
    the song sung by the shell on the dark bottom of the sea.
    You are going, Alfonsina, along with your loneliness,
    What new poems did you go to search for?
    An ancient voice of wind and salt
    breaks your soul and it's taking it away...
    and you go over there as in a dream,
    asleep Alfonsina, clothed in sea.
    Five little mermaids will take you
    through ways of seaweeds and corals,
    and phosphorescent sea horses will make a round
    at your side,
    and the inhabitants of the water are soon going
    to play at your side.
    "Soften the lamp a bit more.
    Let me sleep in peace, nurse.
    And if he calls, don't tell him I'm here, tell him Alfonsina will not be back.
    And if he calls, never tell him I'm here,
    do say I am gone."
    You are going, Alfonsina, along with your loneliness,
    what new poems did you go to search for?
    An ancient voice of wind and salt
    breaks your soul and it's taking it away...
    and you go over there as in a dream,
    asleep Alfonsina, clothed in sea.

    Από τη μαλακή άμμο
    Που γλείφει τη θάλασσα
    Η μικρή της πατημασιά
    Δεν επιστρέφει πια
    Ένα μονοπάτι μόνο
    Από θλίψη και σιωπή θα φτάσει
    Μέχρι τα βαθιά νερά
    Ένα μονοπάτι μόνο
    Από βουβές θλίψεις θα φτάσει
    Ως τον αφρό.

    Ο Θεός ξέρει πόση στεναχώρια
    Σε συντρόφεψε
    Ποιοι παλιοί πόνοι
    Κρύφτηκαν στη φωνή σου
    Για να ξαπλώσεις
    Νανουρισμένη απ' το τραγούδι
    Από τα θαλασσινά κοχύλια
    Το τραγούδι που τραγουδά
    Στα σκούρα βάθη της θάλασσας
    Το κοχύλι.

    Πηγαίνεις Αλφονσίνα
    Με τη μοναξιά σου
    Ποιά καινούρια ποίηματα
    Πήγες να ψάξεις;
    Μια φωνή παλιά
    Από άνεμο κι αλάτι
    Σου φλερτάρει την ψυχή
    Κι αυτή σηκώνεται

    Και πας προς τα εκεί
    Όπως στα όνειρα
    Κοιμισμένη, Αλφονσίνα
    Ντυμένη με θάλασσα.
    Πέντε μικρές σειρήνες
    Θα σε σηκώσουν
    Από δρόμους των φυκιών
    Και των κοραλιών
    Και φωσφορίζοντα
    Θαλασσινά αλογάκια θα κάνουν
    'Εναν γύρο στο πλευρό σου
    Και οι κάτοικοι
    Του νερού θα παίζουν
    Σύντομα μαζί σου
    Πηγαίνεις Αλφονσίνα
    Με τη μοναξιά σου
    Ποιά καινούρια ποίηματα
    Πήγες να ψάξεις;
    Μια φωνή παλιά
    Από άνεμο κι αλάτι
    Σου φλερτάρει την ψυχή
    Κι αυτή σηκώνεται
    Και πας προς τα εκεί
    Όπως στα όνειρα
    Κοιμισμένη, Αλφονσίνα
    Ντυμένη με θάλασσα
    .

    Τranslated by Nebrulla.

     Μετάφραση:Γητεύτρια

            Περισσότερα για την Λατινοαμερικανίδα ποιήτρια ΑΑλφονσίνα Στόρνιλφοσίνα Στόρνι,

             εφ’ όσον θέλετε:

              Go to source web page: Alfonsina Storni Biography

    Go to source web page: Ποιείν - Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης » 2008 » October » 12

    Go to source web page: Alfonsina Storni - Wikipedia, the free encyclopedia

     a

     

                                    Καληνύχτα

    September 20

    “Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;”

     





















     

    Κι ήταν μια νύχτα ωραία και στη ματιά σου
    και στα τραγούδια σου. Ήτανε γλυκιά
    μια νύχτα στα τραγούδια τα παλιά σου
    γεμάτη αστέρια, νύχτα ξωτικιά.


    Η μόνη αγάπη μέσ' στη μοναξιά σου,
    τόσο όμορφη, τόσο υποβλητικιά,
    έγινε πάθος μέσα στην καρδιά σου,
    μέσ ' στην καρδιά σου την ερημικιά.

     
    Αχ, τα παλιά τραγούδια σου που κλαίγαν
    Κι ήτανε τόσο ανείπωτα γλυκά
    και τόκρυβαν σεμνά και δεν το λέγαν.

     
    Αχ, τα παλιά σου τα τραγούδια πού 'ναι
    θλιμμένα σαν αγάπης μυστικά,
    σαν άνθη δακρυσμένα που σιωπούνε

      Μαρίας Πολυδούρη

    a

    ‘Ηταν ένα μόνο ποίημα από την πριγκηπέσσα της θλίψης, την ποιήτρια που ήλθε και “έφυγε” από τούτο τον κόσμο ως η αστραπή..

    Ευχαριστώ το αερικό για το θαυμάσιο video και την Μαρία Κίτσου για την υπέροχη απαγγελία της.

    Και πιό κάτω παραθέτω μια επιστολή της ποιήτριας, όπως την βρήκα στην αφιερωμένη σε κείνη σελίδα της Περι…γραφής. Ισως, είπα την πλησιάσουμε πιότερο έτσι.

                                                                                                               

    Μια Επιστολή
       "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα..."
         Ίσως το γράμμα αυτό να μη διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ' αλήθεια, δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ' όλους. Αλλά, ούτε δα κι αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι' ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και Ζωή και Χάρος ήμουν!
         Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι' αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για με ήταν θάνατος. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με τον θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ' αγάπησαν κι ας μη μπόρεσαν ποτέ κι ας μη τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν τη ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μη τύχει και τους κλέψω τη ψυχή τους.
         Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ' αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου κι η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου κι όμως δε πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε πως αγαπούσα αληθινά. Δεν είνε στ' αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς εκείνοι που νοιώθουν τη ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της;
         Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μες στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι αυτοί! Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; 'Ανθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι άλλοι -οι λίγοι- προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε;
         Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δε τη κατάλαβε.Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μες σ' ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη.
         Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε τη ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα!
         Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε -ούτ' από μας, ούτ' από τους άλλους- δεν τόλμησε να ξεφύγει από το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ' αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ' αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν -ήμασταν- δειλοί που 'ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κι υπερφίαλοι! Απόκληροι της αντίληψης.
         Κι όμως ανάμεσα σ' αυτούς ήταν κι ο Κ. (εννοεί τον Καρυωτάκη) ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε κι εκείνος τόλμησε. Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, πως ήμουνα γι' αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι' αυτό θαρρώ κι έζησα τόσο μόνη κι ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σ' ένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δε δέχτηκα μ' ευμένεια κι οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα.
         "Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια", έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου. Μα, από τότε έχουν πεια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μες από τις αναμνήσεις μου.
         Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο. Γυρνώ το βλέμμα και κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη, είνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος κι όμως -Θεέ συγχώρεσέ με- θα τον έπαιρνα με τη καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια. Με τη καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ' εύρω μοναδική κι αξέχαστή μου αγάπη. Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ, να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου κείνο που μου 'ριχνες σαν έφτανα, τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου, να ιδώ τα χέρια σου ν' απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν, να ιδώ, να νοιώσω το φίλημά σου. Είνε τόσο μεγάλος ο καϋμός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν.
         Τα λόγια αυτά ίσως ν' ακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλί, δε μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πεια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη!

    Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είνε δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν' ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν' αφήσετε να θρονιαστεί στη καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν' αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, τη κάθε σας στιγμή τραγούδι κι όταν έρθη η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξι, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια.
         Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω κι αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη κι αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, κείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ' Απρίλη, δεν ήμουν πεια μόνη. Νέοι που μ' αγάπησαν ήρθαν να μ' αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν.
         Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι η καλή μου φίλη.                    

          Με αγάπη
    Μαρία Πολυδούρη

    a

    July 29

    Στο κατώφλι της μέρας

     

    “Να τον πάλι ο κόσμος και τα πράγματα

    μπροστά μας

    Να οι άνθρωποι.

    Να μαστε εμείς στο κατώφλι της μέρας”

    2453131923_893107dfb3_o  

    Ενα απόσπασμα από το ποίημα

      “ Το Μεγάλο γράμμα’

    Του Τίτου Πατρίκιου

     

       “Αλλο ένα Καλοκαίρι”    



    Για σκέψου να μην πρόφταινα

    κι αυτό το καλοκαίρι

    να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

    να νοιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

    να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές

    να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις

    ν’ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας

    να καταλαβαίνω τους δικούς μου π’αγαπώ

    να μην αδημονώ μ’αυτούς που με στηρίζουν

    να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω

    να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακρυά

    ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στην δική μου

    να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές

    ν’ αντικρύζω φρέσκα σώματα γυμνά

    ν’ αναπολήσω έρωτες, ν’ ονειρευτώ καινούργιους

    ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

     

    Ετσι καθώς το πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

    λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα

    για κάποια Πρωτοχρονιά-

    άσε να δούμε και για παραπέρα.


     

                                                                  Ενα ποίημα από τον Τίτο Πατρίκιο

     

    2453131923_893107dfb3_o 

     Σημειώσεις

    Τίτος Πατρίκιος 

     

     Για τον ποιητή μας Τίτο Πατρίκιο,    περισσότερα, αν θέλετε:

     

     

     

    Go to source web page: ElCulture - Άλλες Εκδηλώσεις - Tο Γαλλικό Ινστιτούτο τιμά τον Τίτο Πατρίκιο  (Βιογραφικά στοιχεία)

    Go to source web page: ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (Βιογραφικά στοιχεία)

     Go to source web page: Τίτος Πατρίκιος (1927)  Ποιητικές συλλογές

    Go to source web page: Τίτος Πατρίκιος                                “

    Go to source web page: Βιβλίο | Τίτος Πατρίκιος: Με οδηγό την Ποίηση

    Digg This
    June 27

    Ο Βάλτος
























    “water, water everywhere, nor any drop to drink”

    “νερό, νερό παντού, πουθενά μια σταγόνα να πιείς”


                                                                                                 Samuel Taylor Coleridge

    “..υπάρχουν άραγε
    εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
    υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
    εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
    αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
    ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
    η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
    εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
    σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
    ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μές στο βούρκο
    είκόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιάς πίκρας παντοτινής..”

    Απόσπασμα από τον “Βασιλιά της Ασίνης”

    Του Γεωργίου Σεφέρη

     






    Πως να σωπάσω


    Πώς να σωπάσω μέσα μου
    την ομορφιά του κόσμου;
    Ο ουρανός δικός μου
    η θάλασσα στα μέτρα μου

    Πώς να με κάνουν να τον δω
    τον ήλιο μ’άλλα μάτια;
    Στα ηλιοσκαλοπάτια
    Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω…

    Στου βούρκου μέσα τα νερά
    ποια γλώσσα μου μιλάνε
    αυτοί που μου ζητάνε
    να χαμηλώσω τα φτερά;

     

     

    Του Κώστα Κινδύνη

     

    “Υστερόγραφο” 

    Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
    και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

    Κύριε, όχι μ' αυτούς. Γνώρισα
    τη φωνή των παιδιών την αυγή
    πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
    χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
    τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.

    Κύριε όχι μ' αυτούς, η φωνή τους
    δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
    Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.
    Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
    μ' ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,

    Κύριε, δε ξέρουνε πως είμαστε
    ό,τι μπορούμε να είμαστε
    γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
    που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές
    όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας,
    πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν' ανασαίνουμε
    με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
    που βρίσκει τ' ακρογιάλι ταξιδεύοντας
    στα χάσματα της μνήμης.

    Κύριε, όχι μ' αυτούς.
    Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου.

                                                              Του Γεωργίου Σεφέρη

    Go to source web page: Samuel Taylor Coleridge - Wikipedia, the free encyclopedia

    Digg This
    April 29

    Σ’ ένα σαλιγκάρι

     



    Σ’ ένα σαλιγκάρι

          

    Αν «η συντομία είναι η πρώτη χάρη του ύφους»,
    την έχεις. Η συστολή είναι μια αρετή
    καθώς κι η μετριοφροσύνη.
    Δεν εκτιμούμε στο ύφος
    ένα οποιοδήποτε απόχτημα
    που χρησιμεύει για διακόσμηση,
    ή τη συμπτωματική ποιότητα που συμπαρακολουθεί
    μια φράση ωραία ειπωμένη,
    αλλά την κρυμμένη αρχή:
    στην απουσία ποδαριών, «μια μέθοδο συμπερασμάτων»·
    και «των αρχών τη γνώση»,
    στο αλλόκοτο φαινόμενο των ινιακών κεράτων σου.

                      

    Ποίημα της Marianne Moore,

    1924

                 Σε μετάφραση  του Γ. Σεφέρη

    Digg This
    April 22

    Οι Νυχτοβάτες..

     

    «...Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος, και εις τον τόπον αυτού έλκει· αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν·κυκλοί κυκλών, πορεύεται το πνεύμα, και επί κύκλοις αυτού επιστρέφει το πνεύμα».

    Εκκλησιαστής


    Είμαι τ’ Αρχαίο το Πνεύμα

    Σαρκωμενο -κι είμαι

    Ο Στοχασμος ο ανορμήνευτος κι ωραίος.

     

    Φέρνω το χρώμα το παλιό

    Το νοσταλγικό. -Βασιλέματα                 

    Σε θαμπά παραθύρια.

     

    Το τραγούδι ματαλέω

    Τ’ Αλησμονημένο. «Στα παλάτια αποκοιμήθη πλια των παραμυθιώνε

    Η χλωμή Βασιλοπούλα...».

     

    Η Απόλαψη

    Της Ζωής με τα χίλια στόματα· η Απόλαψη

    Με τα χίλια στόματα και με τα χίλια μαστάρια.

     

    Με δένει ένα Τί,

    Μιαν ασύγκριτη Μελαγχολία προς τα Περασμένα.

    -Οι Διθύραμβοι. Τα Λήναια και τ’ Αδώνια.

    Μιαν αδερφικιά Ενατένιση

    Προς τα Μακρυνά. Τ’ ό,τι δεν ειπώθη. ο αιώνιος

    Ερχομός κι ο μισεμός -και του μισεμού ο καημός.

     

    Τα ρόδα και τ’ άστρα.

    Ο εναρμόνιος κύκλος οπού φέρνει πάντα

    Πίσω από μιαν "Ανοιξη κι ενα Χινόπωρο -και πάλε απ' την αρχή.

    Νυχτοβάτης


    Με πλανέσαν οι σκιές και τα σεληνόφωτα
    Κι οι βαθιές Λαχτάρες να βρούμε τ’ ανεύρετο
    και να ιδούμε τ’ ανίδωτο

    Νυχτοβάτης κι Ανέλπιδος ..

     

      

    Κι είναι το ποίημα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη “ Αδώνια”

    Προσθήκη υστέρα: Με γοήτευσε η γραφή του Λαπαθιώτη, ειδικά σ'αυτό το ποίημα ο ρούς της σκέψης του.. Κυκλοτερής ; Ετσι κάπως δείχνει με την πρώτη ματιά..μα  είναι η τόση διαβάθμιση του πάνω προς τα κάτω..Κρίμα!

    Πλάγιασα απόψε με την σκέψη μου στο ποίημά του αυτό και η πρώτη μου σκέψη, σα ξύπνησα, ήτανε σ'αυτό...Δεν είμαι νυχτοβάτις, αγαπάω το φως , στρέφομαι όλη προς το φως..και σαν βλέπω τα λιοβασιλέματα ανοίγω τα παραθύρια νάναι καθάρια η ματιά μου σα τα κοιτώ, νάμαι μέσα σ'αυτό που γίνεται μπρός μου, εντός του...οχι πίσω από θολά παραθύρια..σαν κι εκείνον..

    Κι όταν είμαι σε ομίχλη, είμαι εκεί αναζητώντας με πλέρια χαρά τις ηλιαχτίδες που την τρυπάν'..Γιαυτό τον λόγο.

    Άνοιξη και χινόπωρο και χειμώνας, όμως, και καλοκαίρι ..είναι ο κύκλος

    Και πόσο δυστυχής ναναι εκείνος που αναζητά στο σκοτάδι - στις σκιές- το ανείδωτο, το ανεύρετο..σαν πως λεει ο ποιητής..Χίμαιρες!! Η σκιά- το σκοτάδι - μπορεί να ρουφήξει εντός της και ποιός θαρρεί πως είναι εκείνος που μπορεί να το διασχίσει; Ανθρώπινο το μεγεθος! Μια στάλα! 

    "Φως, περισσότερο φώς" είπε ξεψυχώντας ο Γκαίτε..

    Κάλλιο ο ανοιχτός ορίζοντας, ο λουσμένος στο φως, να πάρει ο νους και ο λογισμός από το εύρος του!

    Καλη μέρα!

     

     

     

    Digg This

    April 05

    Οι ταξιδευτές που φεύγουν μονάχα για να φύγουν..

    Το Ταξίδι

    1232419347JrSRtcE

    «Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν

    μονάχα για να φύγουν· ελαφρές καρδιές καθώς

    μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν·

    Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»

     

    Εκείνοι που σαν σύννεφα οι απροθυμιές τους μοιάζουν

    και που σαν νεοσύλλεκτοι κανόνια λαχταρούν

    κι άγνωστες ηδονές τρανές, που πάντοτε αλλάζουν

    Και που τι όνομα έχουνε δεν μπόρεσαν να βρουν!

     

    Φρίκη! Σαν σβούρα μοιάζουμε, σαν φούσκα που πηδάει·

    Ακόμα και στον ύπνο μας, απάνω μας σιμώνει,

    Μας δέρνει η Περιέργεια και μας κυλά στα χάη,

    Σαν ένας Άγγελος σκληρός που ήλιους μαστιγώνει.

     
    Μοίρα παράξενη! Ο σκοπός πάντα άλλη θέση παίρνει,

    κι αφού δεν είναι πουθενά, μπορεί να’ναι παντού·

    ο Άνθρωπος που ακούραστα η Ελπίδα τόνε σέρνει,

    αιώνια ψάχνει αναπαμό με τρέξιμο τρελού.

     

    Πλοίο τρικατάταρτο η ψυχή, ζητάει την Ικαρία·

    Κάποια φωνή απ’ την γέφυρα φωνάζει: «Προσοχή!»

    Κι από τη σκοπιά μια άλλη φωνή απαντά: « Ευτυχία…

    ’Έρωτας…Δόξα..» Διάολε! Σκόπελος είν’ εκεί!

     

    Κάθε νησάκι που ο σκοπός του πλοίου μακριά κοιτάζει,

    Είν’ Ελδοράδο που μας έχει η Μοίρα υποσχεθεί·

    Κι η Φαντασία, που έξαλλη στην κεφαλή οργιάζει,

    Βρίσκει μόνο έναν ύφαλο μόλις ο ήλιος βγει.

     

    Ω των χιμαιρικών χωρών ο ποθοπλανταγμένος!

    Στα σίδερα ή στη θάλασσα πρέπει να πεταχτεί

    Ο οικτρός σκοπός, που Αμερικές βλέπει σαν μεθυσμένος

    Κι η πλάνη του το βάραθρο το κάνει πιο βαθύ;

     

    Κι ο γερο- αλήτης έτσι δα στις λάσπες που πατάει,

    Χάσκοντας, παραδείσια ονειρεύεται παλάτια·

    Σε κάθε τρώγλη που κερί μονάχα την φωτάει,

    ανακαλύπτουν Κάπουες τα εκστατικά του μάτια.»

    2453131923_893107dfb3_o

              Και είναι το παρόν, ένα απόσπασμα από το ποίημα του Charles Pierre Baudelaire (Σαρλ Πιέρ Μπωντλαίρ) “ Το ταξίδι” από το ποιητικό του εργο les fleurs du mal” “Τα άνθη του κακού”1861.  Η μετάφραση είναι του Γεωργίου Σημηριώτη.

              Για το έργο του αυτό ο Μποντλαίρ έγραψε, μεταξύ άλλων, στο σχεδίασμα Baudelaire Carls Pierre προλόγου του έργου:

    “..Ξέρω οτι ο παθιασμένος εραστής του ωραίου ύφους είναι εκτεθειμένος στο μίσος του πλήθους.Κανένας όμως ανθρώπινος σεβασμός, καμιά ψευτο-αιδημοσύνη, κανενός είδους σύμπραξη εναντίον μου, κανένα οικουμενικό δημοψήφισμα δεν θα με αναγκάσουν να μιλήσω για την απαράμιλλη διάλεκτο αυτού του αιώνα, αλλά ούτε και να αναμείξω το μελάνι με την αρετή.

    Ενδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιό ανθηρούς τόπους της ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα οτι θα ήταν ευάρεστο- και μάλιστα, όσο πιό δύσκολο, τόσο πιό ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό.Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο. γράφτηκε αποκλειστικά για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.”

    2453131923_893107dfb3_o 

    March 18

    Σώσε τον χρόνο, σώσε τ’όνειρο

     

     cala lily

    Ποιά μεταξύ περπάτησε του ιώδους και του ιώδους

    Ποιά μεταξύ περπάτησε

    Τις διάφορες βαθμίδες του διαφορισμένου πράσινου

    Πηγαίνοντας μ’ άσπρο και μπλέ, στο χρώμα της Μαρίας,

    Λέγοντας τιποτένια πράγματα

    Εις άγνοια και εις γνώση του αιώνιου πόνου

    Ποιά μες στους άλλους σκίρτησε όταν περπατούσαν

    Ποιά έκανε, λοιπόν, τις κρήνες δυνατές  κι ακμαίες τις πηγές,

     

    Έκανε δροσερό τον ξερό βράχο κι έκανε συμπαγή την άμμο

    Σε δελφινένιο μπλέ, γαλάζιο της Μαρίας το χρώμα,

     

    Sovegna vos

    Εδώ είναι τα έτη που βαδίζουν μεταξύ, παίρνοντας

    Πέρα τα βιολιά και τα σουραύλια θεραπεύοντας

    Μία που φέρεται στον χρόνο μεταξύ ύπνου και ξύπνου, φορώντας

     

    ¨Ασπρο πτυχωμένο φως, περιβάλλοντάς την, πτυχωμένη.

    Το βάδισμα των νέων ετών, θεραπεύοντας

    Μέσα σ’ ενα σύννεφο λαμπρό δακρύων, τα έτη, θεραπεύοντας

    Μ’ενα καινούργιο στίχο στον αρχαίο ρυθμό. Σώσε

    Τον χρόνο, Σώσε.

    Το αδιάβαστον όραμα στ’ όνειρο το πιό υψηλό

    Καθώς μονόκεροι στολισμένοι έσερναν τις επίχρυσες νεκροφόρους.

     

    Η σιωπηλή αδελφή πεπλοφορούσε κυανόλευκη

    Ανάμεσα στους σμίλακες, πίσω από του κήπου τον Θεό,

    Που ο αυλός του είναι άπνους, έγειρε το κεφάλι της και υπέγραψε, αλλά δε είπε λέξη

    Αλλά η πηγή αναπήδησε και το πουλί χαμοκελάηδησε

    Σώσε τον χρόνο, σώσε τ΄όνειρο

    Το μίλημα του λόγου ανήκουστο, αμίλητο

     

    Μέχρι να σείσει ο άνεμος χίλιους ψιθύρους απ’

    απ’ τον σμίλακα

     

    Και η εξορία μας μετά.

     

     

    Κι είναι το τέταρτο μέρος από  το ποίημα του Τ.Σ Ελιοτ

    “Τετάρτη των Τεφρών” (1930)

    Μετάφραση του Αριστοτέλη Νικολαίδη

    March 11

    Κι αν είμαι δέντρο.. είπε

     

    Χτύπα, δοξάρι μου, και χτίζε,
    ο κόσμος γίνεται από μένα
    μέσα στα χέρια μου τα δυο.

    Ω γέννα, ω γέννα!
    Ο λόγος μήτε, το τραγούδι
    μήτε, αναβρύσματα απ' το στόμα.
    Βιολί μου, υπάρχεις εσύ μόνο,
    και μια είν' η γλώσσα, κι ο ήχος σου είναι,
    κι ένας ο πλάστης, και είμ' εγώ,
    κι ο λόγος που θαματουργεί
    κι ο λόγος είναι η μουσική!


    Κι αν είμαι δέντρο, είμ' ένα δέντρο
    από χορδή και μουσική,
    και τίποτ' άλλo· κι ένας ήχος
    και μια πνοή κι ένα τραγούδι
    μέσα μου ζει.


    Ω γνώμη, ω έγνοια, ω λογισμέ,
    σας έστρωσα να κοιμηθείτε
    κι αξύπνητα μέσα σ' εμέ·
    μια στάχτη μέσα μου γενείτε·
    η έγνοια, η γνώμη, ο λογισμός,
    κόσμος νεκρός.


    Και ρίξου, σα σπαθί, δοξάρι,
    προς την τετράδιπλη χορδή,
    και χτύπα την και σπάραξέ την,
    η αρμονία να γεννηθεί.


    Γιατί κι ο κόσμος ο βαθύς
    γεννιέται πάντα από 'να πάλεμα
    σα δοξαριού με μια χορδή·
    κι ό,τι είν' ωραίο κι ό,τι μεγάλο
    στέκει εδώ πέρα,
    μέσα στη λύσσα ενός πολέμου
    δουλεύεται, κι έχει πατέρα
    το νικητή.

    βιολί

     

     

    Απόσπασμα από τον Λόγο Θ’  “Το βιολί” του ποιήματος

    του Κωστή Παλαμά

    “Ο Δωδεκάλογος του γύφτου”

    March 06

    Οι τρυφερές

     

      

     

    Έρωτας

    Το φιλί

    Η μαργαρίτα

     

    ‘Εχουν σ’ένα καρότσι βρεφικό τον πεθαμένο τους

    τριγυρισμένον από μαλακά παιγνίδια.

     

    Οταν του λένε ¨Θα” κλείνουν τα μάτια

    κι επιστρέφουν σε εξομολογήσεις και σε δάκρυα.

     

    Χαρούμενες που δεν μπορεί να τις πληγώσει

    γνωρίζουν πότε ακριβώς θα τον ταίσουν γάλα και θα τον αλλάξουν

    πότε θα κάνουν τα βαφτίσια του και θα τον ξαναβγάλουν  ‘Ερωτα.

     

    Όλες θέλουν να φύγουν μακρυά

    πλην όμως δεν αντέχουν

    να τραυματίσουν την νεκρή ψυχή του λησμονώντας.

     

    Κόβουνε τότε τα μαλλιά.

    Βάφουν με σκούρο κόκκινο τα νύχια τους

    με παγωνίσιο μπλέ τα βλέφαρα

    Φορούν ψηλά τακούνια και αρώματα.

    Σωπαίνοντας ακούν και ένα σαξόφωνο.

     

    Φεγγάρι, αγάπα τες, αγάπα τες πολύ.

    bendbyinsousciance

     

    Ράβουνε μαύρο φόρεμα φοδραρισμένο με σκηνές παλιών ερώτων

    ή συναντήσεων για έναν καφέ και δυό κουβέντες,

    Ανηφορίζοντας τις χαιρετούν άλλοτε φράσεις

    από πράσινες σκούρες φωνές σαν κυπαρίσσια.

     

    Μπροστά του βγάζουνε το φόρεμα και το διπλώνουνε ανάποδα,

     

    είναι πολύχρωμο σαν ανθοδέσμη από περιβόλι.

     

    Μετρά τα χρόνια η αγάπη στο γυμνό ρολόϊ του σώματός τους

    και χτυπά την ώρα για το τρομερό φιλί.

     

    Τρείς και μισή το μεσημέρι.

    ‘Ελεος

    για τις ρυτίδες, την μετέπειτα ζωή, τα δάκρυα

     

    και το μισό αυτής της επαφής.

     

    mib217

     

    Η πρώτη σκόνταψε με το μουλάρι και τσακίστηκε,

    η δεύτερη τελείωσε στις φλόγες.

    Δες, είπε το ελάφι, της παλιότερης το τέμενος

    και της φτωχής μου το σοκάκι.

    Δες μαργαρίτες, κίτρινες, ρέλι στο πράσινο σπαρμένο,

     

    Η τρίτη, εσύ, θα κόψεις και θα τις ρωτήσεις.

     

    Στο “Ναι” του Παραδείσου τα ενύπνια στάχυα

    σκιρτούν σαν το κορμάκι σε φιλί και χάδι.

     

    Αγάπη καμωμένη από την δαντέλα τόσων χαίρε,

     

    μην κλαίς για το “ ‘Οχι” που έλαχε στην

    τρυφερή.

     

     

     

     1231258957KDW1A3p

     

           Οι τρυφερές είναι ο γενικός τίτλος  μιας ποιητικής συλλογής της ποιήτριας  Ρέας Γαλανάκη. 

            Αφορμή για την καταχώρηση, ενα κείμενο που διάβασα σήμερα στης φίλης της Αντζυ το χώρο: Εχει τίτλο “ Στην σκιά της Αφροδίτης” και μπορείτε να το αναζητήσετε : http://angileon.spaces.live.com/blog/cns!1F835D7C681D9DFB!4968.entry

            Μια αλλιώτικη προσέγγιση..Αγγελική μου…για τις τρυφερές στην σκιά της Αφροδίτης..γιαυτές που στις νυχτιές του φεγγαριού..

            Για την ποιήτρια και συγγραφέα μας Ρέα Γαλανάκη  μπορε165_galanakiίτε, αν θέλετε, να ενημερωθείτε περισσότερο:

    http://www.diapolitismos.gr/epilogi/about.php?id_atomo=143

    http://alicecafe.gr/wiki/473/1017

    http://www.stigmes.gr/gr/grpages/articles/galanaki.html

    http://www.lexima.gr/lxm/read-139.html

     

    c87e6120f4e4026f88b4856661c978ce_we

    March 03

    Μεταξύ τήξης και πήξης

    by Feuillu

    Η Μεσοχείμωνη άνοιξη έχει την εποχή της

    Αέναη αν και μουσκεμένη προς το δείλι

    Μετέωρη στον χρόνο, ανάμεσα στον πόλο και στον τροπικό.

    ‘Οταν η λίγη μέρα είναι λαμπρότατη, με πάγο και φωτιά,

    Ο λίγος ήλιος καίει την παγωνιά σε υδρότοπους και τάφρους,

    Μέσα σε κρύο νηνεμίας που είναι η θέρμη της καρδιάς

    Αντανακλώντας σ’ ένα υδάτινο καθρέπτη

    Μια λάμψη, τύφλωση νωρίς το απόγευμα.

    Κι άναμμα πιό σφοδρό από πύρωμα κλαδιού ή πύραυνου

    Τ’άναυδο ερεθίζει πνεύμα: όχι άνεμος αλλά πυρά πεντηκοστής

    Στον σκοτεινό καιρό του έτους. Μεταξύ τήξης και πήξης

    Της ψυχής ο χυμός ριγά. Δεν υπάρχει οσμή της γής

    Η οσμή του ζώντος πράγματος. Αυτός είναι ο καιρός της άνοιξης

    Αλλ’ όχι χρονική συνθήκη. Τώρα ο φράκτης

    Ασπρισμένος για μιαν ώρα με άνθισμα προσωρινό

    Χιονιού εξάνθημα πιό ξαφνικό

    Από ‘κείνο του καλοκαιριού, μήτε βλάστηση ούτε μαρασμός,

    ‘Οχι στο σχήμα της γενιάς.

    Που είναι το καλοκαίρι, το αφάνταστο

    Μηδέν καλοκαίρι;

     

    Απόσπασμα από το ποίημα του Τ.Σ.’Ελιοτ ,

    υπό τον τίτλο

    Little Gidding”

    Μεταφραστής: Αριστοτέλης Νικολαϊδης

    February 20

    Σημαία υψώστε την ψυχή στο πιο αψηλό κατάρτι

     

     

     “Πότε θ’ ανοίξουμε πανιά”




    Πότε θ’ ανοίξουμε πανιά για τα Νησιά του Νότου,

    Πότε το ρου θ’ ανέβουμε του ποταμού Αμαζόνα;

     

    -Καιρός μας πιά να πάψουμε να βλέπουμε μπροστά μας

    Των ίδιων πάντα λιμανιών την νυσταγμένη εικόνα!

    Ας σβήσει η νέα μας ορμή (σα βήματα στον άμμο

    από το κύμα) την παλιάν, ασάλευτη ζωή μας!

     

    Σημαία υψώστε την ψυχή στο πιο αψηλό κατάρτι:

    δεν είναι αλήθεια ότι ήρθαμε αργά στην εποχή μας!

     

    Μπορούμε ακόμα μια ζωή να ζήσουμε καινούργια,

    Αντίς να μαραζώνουμε σαν τον κομμένο δυόσμο:

     

    Φτάνει να κάνουμε πανιά σαν τους Θαλασσοπόρους

    Που, μια πατρίδα αφήνοντας- εύρισκαν έναν κόσμο!

     

    Ενα ποίημα του Κώστα Ουράνη

    February 13

    Το άνθος του πάθους!

     

     





    ”…Όλη τη νύχτα στο κρεβάτι καρτερώ,

    Αυτόν που η ψυχή μου λαχταράει,

    Τον ζητώ μα δεν τον βρίσκω.

    Σηκώνομαι, στην πόλη τριγυρίζω,

    Μέσα σε δρόμους και σε πλατείες

    Ψάχνω αυτόν που η ψυχή μου λαχταράει,

    Τον ζητώ παντού, μα δεν τον βρίσκω.

    Τους φρουρούς συνάντησα, αυτούς που την πόλη φέρνουν βόλτα,

    Μην τον είδατε;

    Μην είδατε την αγάπη μου;

    Μόλις που χάθηκαν κι εγώ τον βρήκα,

     

     

    Τον βρήκα τον αγαπημένο της ψυχής μου,

    Τον κρατώ, δεν τον αφήνω..”








    Από το “ Ασμα ασμάτων” του Σολομώντα

    Απόδοση: Μάρκος Γκανής


    February 07

    Εγώ, να είμαι εγώ!

     

      

     

    ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ...

    YO NO SOY YO...

     

    Εγώ δεν είμαι εγώ.

    Είμαι κείνος

    που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·

    που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι

    και, άλλες φορές, τον λησμονώ.

    Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,

    εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,

    εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω

    και που θα μείνει όρθιος όταν θα 'μαι νεκρός.

    Yo no soy yo.

    Soy este

    que va a mi lado, sin yo verlo;

    que, a veces, voy a ver,

    y que, a veces, olvido.

    El que calla, sereno, cuando hablo,

    el que perdona, dulce, cuando odio,

    el que pasea por donde no estoy,

    el que quedará en pié cuando muera.

              Το ποίημα αυτό του Νομπελίστα (Νομπέλ Λογοτεχνίας (1956)  Ισπανού ποιητή  Juan Ramón Jiménez (Χουάν Ραμόν Χιμένεθ) (1881-1958) μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μου γέννησε τόσα ερωτηματικά!.

            Πως ναναι άραγε, να έχεις την αίσθηση αυτή του άλλου εαυτού, που είναι σε σύγκρουση με σένα τον ίδιον; “εκείνος που μειλίχειος συγχωρεί όταν μισώ”;

           Πως νάναι άραγε, να ζείς, να ανασαίνεις να μιλάς,  έχοντας συναίσθηση του άλλου σου εαυτού, εκείνου που την ίδια ώρα σιωπά;

           Πως νάναι άραγε, νάχεις συναίσθηση ενός άλλου εαυτού τόσο άλλου από σένα, καθώς  “εκείνος συχνάζει όπου δεν πάω”.;

           Πως είναι άραγε, να ζείς γνωρίζοντας πως αυτός ο άλλος εαυτός που άλλοτε λησμονάς και άλλοτε δεν βλέπεις, και κάποτε επισκέπτεσαι, είναι εκείνος, ο άλλος, ο αληθινός σου εαυτός;

    “και που θα μείνει όρθιος όταν θα 'μαι νεκρός”.

    ’Ω! Πόσο δυστυχής θάτανε ο άνθρωπος, ο ποιητής!

    Με την ματιά που είδα..

    December 17

    Νύχτωσε και απόψε

     

    1482406 

    «..Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; 

    Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή.

    Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ' αφεθεί;

    Σύντομη είναι η ζωή του φωτός· αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου.

    Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους.

    Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ' αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει.

    Γιατί δεν σ' έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς.

    Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά.

    Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων…»

    Change

     

     Απόσπασμα

    από τους “ Υμνους στην νύχτα”

    του γερμανού ποιητή Novalis (φιλολογικό ψευδώνυμο του Friedrich von Handenberg).

     

     

                                          Καλή νύχτα

     

    November 29

    'Οχι άλλα λόγια, παρά λόγια Αγάπης

     

      

     

                                   Hieronymus_Bosch_-_The_Garden_of_Earthly_Delights_-_The_Earthly_Paradise_(Garden_of_Eden)delightc 236px-Hieronymus_Bosch_-_The_Garden_of_Earthly_Delights_-_Hell

    Σάλπιζε πάλι ω Σαλπιχτή: Παίξε μου τώρα

    Το μαγικό σκοπό που κλεί τα πάντα- τον αιώνιο το σκοπό, τ’ αθάνατο τραγούδι,

    Τον ‘Έρωτα ποΰνε ο παλμός του κόσμου,- η απαντοχή κι ο θάνατος·

    Σ’ αντρός και γυναικός καρδιά, μόνον η αγάπη, μόνο!

    Μόνος σκοπός, τραγούδι, μόνο ο έρωτας, -σφιχτοπερίπλοκη των πάντων αναλύτρα αγάπη.

    Ω! πως τ’ αθάνατα φαντάσματα πληθαίνουν γύρο μου!

     

    Βλέπω την άσβυστη φωτιά που λαμπυρίζει- κυττώ τη γνώριμη τη φλόγα που τον κόσμο ανάβει.

    Λάμψη ματιών και ξαναμμένα μάγουλα, καρδιές βαρειόχτυπες εκείνων π’ αγαπάνε,

    Άλλες γιομάτες ευτυχία - κι’ άλλες βουβές και σκοτεινές και παγωμένες.

    Ο Ἔρωτας, ποΰνε ο κόσμος σ’ όποιους αγαπούν - ο Ἔρωτας, που παιζογελάει με τον καιρό και με του κόσμου αλάκαιρου τα μάκρη·

    Ο Ἔρωτας, ποΰνε μέρα και νυχτιά- ο Ἔρωτας, ήλιος και φεγγάρι κι’ άστρα·

    Ο Ἔρωτας , άλικος και πλούσιος και μεθυστικός από ευωδία!

    Όχι άλλα λόγια, παρά λόγια Αγάπης- κανένας άλλος στοχασμός από τον Έρωτα.

     

    Απόσπασμα από το ποίημα

    του Walt Whitman* “Ο μυστικός σαλπιχτής"

    Μετάφραση: Νίκου Καρβούνη

    590px-BoschSelfportret

             Σημ: Α)  Ο τεθείς σε τρίπτυχο πίνακας, επονομαζόμενος ως " Ο κήπος των επιγείων απολαύσεων" αγγλ."The Garden of Earthly Delights" είναι του Ολλανδού ζωγράφου Hieronymus Bosch {Ιερώνυμου Μπος(Hieronymus van Aken)},  περ.1450-1516

    Περί του Ιερωνύμου Μπος, αν θέλετε:

    http://el.wikipedia.org/wiki/Ιερώνυμος_Μπος

    http://biographies.nea-acropoli.gr/index.php?option=com_content&view=article&catid=17:zografiki&id=118:--1450-1516-bosch-hieronymus&Itemid=22

    Β) Ό  Walt Whitman( Ουώλτ Γουίτμαν) : Αμερικανός ποιητής (31/5/1819-26/3/1892).

    Whitman Walt

       "Τραγουδώ τον εαυτό του καθενός- κάθε απλό και ξέχωρο άτομο, τραγουδώ τις Ομάδες.Τραγουδώ σύμφωνα με την φυσιολογία, απ' την κορφή ως τα νύχια όχι μονάχα τη φυσιογνωμία, μήτε μονάχα το μυαλό δεν είναι τούτα για την Μούσα άξια - λέω πως Τέλεια η μορφή του Ανθρώπου αξίζει πιό πολύ. Τραγουδώ την Γυναίκα, όπως και τον Άντρα- Τη ζωή, την άπειρη σε πάθος, σε παλμό, σε δύναμη, τον χαρούμενο, τον που για ελεύτερη πλάστηκε ενέργεια, κάτω από τους θείους τους νόμους, Τον 'Ανθρωπο τραγουδάω τον Σημερινό"

     'Ηταν, επίσης,  εκείνος που έδωκε εντολή να γράψουνε στο μνήμα του το εξής απόσπασμα από ποίημά του:

        "My foothold is tenon'd and mortis'd in granite;

                                     I laugh at what you call dissolution;

                                     And I know the amplitude of time".

                                      kipos2

                                   "Η βάση μου βρίσκεται αρραγής
                                      κάτω απ' αυτή τη πέτρα
                                           Γελώ μ' αυτό που καλείτε αποσύνθεση
                                       Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου".

    Για τον Ουίτμαν, αν θέλετε:   http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1172, http://www.poiein.gr/archives/1791/index.html

    November 24

    Σε ρώτησα ποτέ μου αν μ'αγαπάς;

     

    Παράκληση

    'Οταν μου απλώνεις το μικρό σου χέρι,

    Που τόσα ανείπωτα λέει,

    Σε ρώτησα ποτέ μου

    Αν μ'αγαπάς;

    kipos2

    Μα δεν θέλω να μ'αγαπάς,

    Θέλω μονάχα να σε νοιώθω κοντά

    και πως εσύ καμμιά φορά σιωπηλά και σιγανά

    Το χέρι σου να μου απλώνεις.

     

    ''Ερμαν Έσσε, γρ.:1901,

    Μετφ.Σμάρω Τάση

     
     

     

     

     

    Μουσική:

     l' après-midi,

    του

    Yann Tiersen.

     

     

     

     

     

      hesse

    Hermann Hesse 1877-1962:Λογοτέχνης, συγγραφέας, ποιητής,  ζωγράφος, κάτοχος του  βραβείου Νομπέλ λογοτεχνίας το 1947

    "Η αγάπη δεν πρέπει να εκλιπαρεί" , πρόσθεσε,  

    "μητε να απαιτεί.

    "Η αγάπη πρεπει να έχει τη δύναμη να γίνει βεβαιότητα.

     "Τότε παύει να έλκεται και αρχίζει να ελκύει... απόσπασμα από το βιβλίο του "Demian" (1919)

     

     

    Roccolo im Tessin,Ερμαν ΕσσεΑσμα ερωτικό

    Που να'ναι  άραγε η πατρίδα μου;

    Η πατρίδα μου είναι μικρή,

    Από τόπο σε τόπο πηγαίνει, και

    την καρδιά μου μαζί της παίρνει,

    Μου δίνει πόνο, μου δίνει γαλήνη

        Η πατρίδα μου είσαι εσύ.

    November 15

    Κι' είναι οι αισθήσεις είναι ένας ρυθμός που χορεύει..

     

    Five Senses 

    3556692_1bc418699e_o

    Now my five senses

    gather into a meaning 

    all acts, all presences;

    and as a lily gathers

    the elements together,

    in me this dark and shining,

    that stillness and that moving,

    these shapes that spring from nothing,

    become a rhythm that dances,

    a pure design.

     

    While I'm in my five senses

    they send me spinning

    all sounds and silences,

    all shape and colour

    as thread for that weaver,

    whose web within me growing

    follows beyond my knowing

    some pattern sprung from nothing-

    a rhythm that dances

    and is not mine.

                                                                                  

        Ποίημα από την

    Judith Wright (1915 - 2000)

      

                                                           

    mija21as4

    5 SENSES                       

     
     

                                                                 

                                                                            Maya Plitseskaya χορεύοντας

    "τον Θάνατο του κύκνου"

    (μουσική Τσαικόφκυ  "Η λίμνη των κύκνων)

     

    ....................................................................................................................................

    Και

    ...Είναι παντού το ποίημα
    σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
    που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή..

    Σεφέρης «Μνήμη, β΄»,

    Από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Γ΄

     

     

    November 12

    Δος μου το χέρι σου

                Φυσάει 

    1324011

    Και να που φτάσαμε εδώ
    Χωρίς αποσκευές
    Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
    Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
    Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
    ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
    Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
    ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

    Αλλά τα βράδια τι όμορφα
    που μυρίζει η γη

    Βέβαια αγάπησε
    τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
    αλλά τα πουλιά
    πετούσαν πιο πέρα
    Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
    που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
    πάνω απ το δέντρο που βρέχεται;

                                                                Αλλά τα βράδια τι όμορφα                                                     

    που μυρίζει η γη

    Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
    για να πεθαίνουν κι αλλού
    και την απληστία
    για να μένουν νεκροί για πάντα

    Αλλά καθώς βραδιάζει
    ένα φλάουτο κάπου
    ή ένα άστρο συνηγορεί
    για όλη την ανθρωπότητα

    Αλλά τα βράδια τι όμορφα
    που μυρίζει η γη

    Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
    μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
    Φοράω το σακάκι του πατέρα
    κι έτσι είμαστε δυο,
    κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω
    ήταν για να δώσω
    έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

    Αλλά τα βράδια τι όμορφα
    που μυρίζει η γη

    Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
    μ ένα άστρο ή μ'  ένα γιασεμί
    σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
    παίρνει το μέρος των φτωχών.

    Αλλά τα βράδια τι όμορφα
    που μυρίζει η γη!

    Δος μου το χέρι σου..
    Δος μου το χέρι σου..

     

    2792994051_04e8861b67_b 

     

    Ενα ποίημα από τον ποιητή μας Τάσο Λειβαδίτη
    Τραγουδά: Ο Βασίλης  Παπακωνσταντίνου
    Απαγγελει: Ο Ηθοποιός Γ.Μιχαλακόπουλος